- ἄπαγμα
- ἄπ-αγμα, der Bruch eines Gliedes
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἄπαγμα — fracture at a joint neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀπάγματα — ἄπαγμα fracture at a joint neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀπάγματος — ἄπαγμα fracture at a joint neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)